Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

ΠΩΣ ΣΩΣΑΜΕ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ

Κυριακή 27 Απριλίου 1941.Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής καταλαμβάνουν την Αθήνα. Την επομένη το πρωί, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ανέβηκαν τα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου διαπίστωσαν με έκπληξη ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο. Δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος από τα χιλιάδες πολύτιμα εκθέματα που κοσμούσαν το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας τα προηγούμενα εξήντα χρόνια της λειτουργίας του. Αντί για αγάλματα, στέκονταν μπροστά τους παγωμένοι και ανέκφραστοι οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες που είχαν βάρδια. Αυτή ήταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η επιχείρηση διάσωσης των αρχαιοτήτων στα χρόνια της Κατοχής από πιθανούς βομβαρδισμούς και λεηλασίες των ξένων στρατευμάτων.
Αγάλματα και αρχαία αντικείμενα θάβονταν στη γη, σε κρύπτες, σε θησαυροφυλάκια, σε σπηλιές. Στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ανοίχτηκαν λάκκοι ενώ το ίδιο έγινε και στο Μουσείο της Ακρόπολης, μέσα στην Αίθουσα του Παρθενώνα. Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε εκπονηθεί ήδη από τον μεταξά το 1937, τα πολυτιμότερα αντικείμενα φυλάσσονταν και σκεπάζονταν με στεγνή άμμο που μεταφερόταν από τα λατομεία του Ψυχικού. Σε κάθε στρώση με αρχαία αντιστοιχούσε και μία στρώση με άμμο. Ο διευθυντής του Μουσείου Ακροπόλεως, ο Γιάννης Μηλιάδης είχε από την αρχή μαρκάρει τα σπουδαιότερα αρχαία με σταυρό. Αυτά μπήκαν σε κασόνια με ειδικά στηρίγματα που γέμισαν με ροκανίδια και μεταφέρθηκαν σε περιοχές γύρω από την Ακρόπολη, όπου ο κίνδυνος για βομβαρδισμούς ήταν μικρότερος. Στη σπηλιά του Φιλοπάππου, που είναι γνωστή ως φυλακή του Σωκράτη, σε σπηλιά κάτω από την Πνύκα, αλλά και σε φρεατοειδή ανοίγματα στη βορινή πλευρά του Παρθενώνα. Τα στόμια κλείστηκαν με χοντρές πλάκες από μπετόν αρμέ γιατί οι γερμανοί σε όποιο ελληνικό μέρος βρήκαν αρχαία τα κατέστρεψαν ή τα έκλεψαν.
Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Όλοι δουλέψανε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία, τα ειδώλια και τα χάλκινα έργα, τοποθετούνταν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια γεμίζονταν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν ενδεχόμενο βομβαρδισμό. Φανταστείτε να έμεναν εκεί τα πανέμορφα εκθέματα που είναι σήμερα στο νέο σύγχρονο μουσείο της ακρόπολης  όταν οι Ιταλοί κουβάλησαν στον ιερό βράχο πυροβόλα και πυρομαχικά και κατασκεύασαν τσιμεντένιες βάσεις. 
Η παραμονή των στρατιωτών στην Ακρόπολη είχε δυσάρεστες συνέπειες για τα μνημεία του Ιερού Βράχου. Στις αίθουσες των αρχαϊκών αετωμάτων εγκατέστησαν το πλυντήριό τους και το μαγειρείο και το υπόλοιπο μουσείο μεταβλήθηκε σε στρατώνα. Ο Βράχος έγινε στρατιωτική περιοχή, άναβαν φωτιές για το πρόχειρο φαγητό τους, βρώμιζαν τα μνημεία με βενζίνες, πετρέλαια και μηχανέλαια και, όπως ήταν φυσικό, μεταχειρίζονταν τα απόμερα σημεία της Ακροπόλεως για αποχωρητήρια. 
Η διάσωση των θησαυρών οφείλεται κυρίως στον ξεχασμένο σήμερα Γιάννη Μηλιάδη που υπήρξε μια πολυδιάστατη πνευματική προσωπικότητα. Γεννήθηκε το 1895, σπούδασε στη Φιλοσοφική και στη Νομική Σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Βιέννη, στο Μόναχο και στο Βερολίνο, υπηρέτησε σε αρχαιολογικές υπηρεσίες για να καταλήξει το 1940 διευθυντής του Μουσείου της Ακρόπολης, θέση στην οποία παρέμεινε ως τον θάνατό του, το 1975.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου